![]() |
|
|
| ἐπιστροφὴ στὰ
περιεχόμενα τοῦ Ἀρ. Βαλαωρίτη Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης Ὁ Δῆμος καὶ τὸ καρυοφύλλι του Ἐγέρασα, μωρὲς παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης τὸν ὕπνο δὲν ἐχόρτασα, καὶ τώρ' ἀποσταμένος θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Ἐστέρεψ' ἡ καρδιά μου. Βρύση τὸ αἷμα τὄχυσα σταλαματιὰ δὲ μένει. Θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Κόψτε κλαρὶ ἀπ' τὸ λόγγο νἆναι χλωρὸ καὶ δροσερό, νἆναι ἀνθοὺς γεμᾶτο, καὶ στρῶστε τὸ κρεβάτι μου καὶ βάλτε με νὰ πέσω. Ποιός ξέρει ἀπ' τὸ μνῆμα μου τί δέντρο θὰ φυτρώσει! Κι ἂν ξεφυτρώσει πλάτανος, στὸν ἥσκιο του ἀπὸ κάτω θἄρχονται τὰ κλεφτόπουλα τ' ἄρματα νὰ κρεμᾶνε. Νὰ τραγωδοῦν τὰ νιῶτα μου καὶ τὴν παλληκαριά μου. Κι ἂν κυπαρίσσι ὄμορφο καὶ μαυροφορεμένο, θἄρχονται τὰ κλεφτόπουλα τὰ μῆλα μου νὰ παίρνουν, νὰ πλένουν τὶς λαβωματιές, τὸ Δῆμο νὰ σχωρᾶνε. Ἔφαγ’ ἡ φλόγα τ' ἄρματα, οἱ χρόνοι τὴν ἀνδρειά μου. Ἦρθε κι ἐμένα ἡ ὥρα μου. Παιδιά μου μὴ μὲ κλάψτε. Τ’ ἀνδρειωμένου ὁ θάνατος δίνει ζωὴ στὴ νιότη. Σταθεῖτ’ ἐδῶ τριγύρω μου, σταθεῖτε ἐδῶ σιμά μου, τὰ μάτια νὰ μοῦ κλείσετε, νὰ πάρτε τὴν εὐχή μου. Κι ἕν’ ἀπὸ σᾶς τὸ νιώτερο ἂς ἀνεβεῖς τὴ ράχη, ἂς πάρει τὸ τουφέκι μου, τ' ἄξο μου καρυοφύλλι κι ἂς μοῦ τὸ ρίξει τρεῖς φορὲς καὶ τρεῖς φορὲς ἂς σκούξει. "Ὁ Γέρο Δῆμος πέθανε, ὁ Γέρο Δῆμος πάει". Θ’ ἀναστενάξ’ ἡ λαγκαδιά, θὲ νὰ βογκήξει ὁ βράχος θὰ βαργομήσουν τὰ στοιχειά, οἱ βρύσες θὰ θολώσουν καὶ τ’ ἀγεράκι τοῦ βουνοῦ, ὁποῦ περνᾶ δροσᾶτο, θὰ ξεψυχήσει, θὰ σβηστεῖ, θὰ ρίξει τὰ φτερά του, γιὰ νὰ μὴν πάρει τὴ βοὴ ἄθελα καὶ τὴ φέρει καὶ τηνε μάθει ὁ Ὄλυμπος καὶ τὴν ἀκούσει ἡ Πίνδος καὶ λυώσουνε τὰ χιόνια τους καὶ ξεραθοῦν οἱ λόγγοι. Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλὰ στὴ ράχη καὶ ρίξε τὸ τουφέκι μου. Στὸν ὕπνο μου ἐπάνω θέλω γιὰ ὕστερη φορὰ ν’ ἀκούσω τὴ βοή του. Ἔτρεξε τὸ κλεφτόπουλο σὰ νἄτανε ζαρκάδι, ψηλὰ στὴ ράχη τοῦ βουνοῦ καὶ τρεῖς φορὲς φωνάζει: "Ὁ Γέρο Δῆμος πέθανε, ὁ Γέρο Δῆμος πάει". Κι ἐκεῖ ποὺ ἀντιβοούσανε οἱ βράχοι, τὰ λαγκάδια ρίχνει τὴν πρώτη τουφεκιὰ κι ἔπειτα δευτερώνει. Στὴν τρίτη καὶ τὴν ὕστερη τ’ ἄξο του καρυοφύλλι βροντᾶ, μουγκρίζει σὰ θεριό, τὰ σωθικά του ἀνοίγει φεύγει ἀπ’ τὰ χέρια σέρνεται στὸ χῶμα λαβωμένο πέφτει ἀπ’ τοῦ βράχου τὸ γκρεμό, χάνεται πάει, πάει. Ἄκουσ’ ὁ Δῆμος τὴ βοὴ μὲς τὸν βαθὺ τὸν ὕπνο, τ’ ἀχνὸ του χείλι ἐγέλασε, ἐσταύρωσε τὰ χέρια... Ὁ Γέρο Δῆμος πέθανε, ὁ Γέρο Δῆμος πάει. Τ’ ἀνδρειωμένου ἡ ψυχὴ τοῦ φοβεροῦ τοῦ Κλέφτη μὲ τὴ βοὴ τοῦ τουφεκιοῦ στὰ σύγνεφ' ἀπαντιέται ἀδερφικὰ ἀγκαλιάζονται, χάνονται, σβηῶνται, πᾶνε. |