Modern Greek Grammar Lessons

 

Home

To find a Greek word, click on its capital letter to find its place in the dictionary

Α

Β

Γ

Δ

Ε

Ζ

Η

Θ

Ι

Κ

Λ

Μ

Ν

Ξ

Ο

Π

Ρ

Σ

Τ

Υ

Φ

Χ

Ψ

Ω

α

β

γ

δ

ε

ζ

η

θ

ι

κ

λ

μ

ν

ξ

ο

π

ρ

σ

τ

υ

φ

χ

ψ

ω

     ALFA     

Aγγλία

England  

αγγλικά, τα English (language)

Άγγλος / Άγγλοι

English (man), plural English people

αγαπάω / να αγαπήσω / αγάπησα

love

αγοράζω / να αγοράσω / αγόρασα

buy

αγκώνας / αγκώνες

elbow

αγόρι / αγόρια / του αγοριού

boy

αγορά / αγορές

market

αδελφή / αδελφές

sister

αδελφός / αδελφοί

brother

αεροδρόμιο

airport

Αθήνα

Athens

αίθουσα showroom, hall
ακόμα ή ακόμη still, yet, further, even, anymore, any

ακούω / να ακούσω / άκουσα

hear, listen to

ακριβός

expensive

αληθινός / αληθινή / αληθινό true
άλλος / άλλη / άλλο other, more, another, different, opposite, else

αμέσως

now, immediately, at once

αν

if

ανάγωγος

rude, ill - mannered

ανεβαίνω / να ανεβώ / ανέβηκα

go up, ascend

άνθρωπος / άνθρωποι

person, man

ανοίγω / να ανοίξω / άνοιξα

open

άντρας / άντρες

man or husband

απαγορεύω / να απαγορέψω / απαγόρεψα forbid, prohibit NB απαγορεύεται = it is forbidden

απαντάω / να απαντήσω / απάντησα

answer

απέναντι από

opposite

από

from, by, of, than, to, since, for, out of, of

απόγευμα / απογεύματα

afternoon

απόδειξη

receipt

αποταμιεύω     

save, save up 

αποτελώ / να αποτελέσω / αποτέλεσα  made up, comprise,form 

απόψε

this evening

αργά

late, slow

αργώ / αργήσω / άργησα I am late

αρέσει, pl. αρέσουν

it is pleases, they  please ( see lesson 12)

αριστερά

left, to the left

άριστος / άριστη / άριστο best, first-rate, excellent

αρχίζω / να αρχίσω / άρχισα

begin, start

άσπρος

white

αστείο

joke

ασφάλεια insurance, security

αύριο

tomorrow

αυτοκίνητο / αυτοκίνητα

car

αφήνω / να αφήσω / άφησα

leave alone, let, allow, permit, often used as a command

αυξάνω / να αυξήσω / αύξησα raise

 

     VITA    

βάζω / να βάλω / έβαλα

put, place, put on (e.g. a hat)

βάρκα / βάρκες

small boat, rowing boat

βασίζω / να βασίσω / βάσισα base
βάφω / να βάψω / έβαψα paint, dye

βγάζω / να βγάλω / έβγαλα

take out, take off, remove, extract

βγαίνω / να βγω / βγήκα

go out

βενζίνη petrol

βιβλίο / βιβλία

book

βιβλιοπωλείο bookshop

βλέπω / να δω / είδα

see, watch

βοηθάω/ να βοηθήσω / βοήθησα

help

βοήθεια help

βουνό / βουνά

mountain

βρίσκω / να βρω / βρήκα

find

 

GAMMA

γαβγίζω / να γαβγίσω / γάβγισα

bark

γάλα

milk

γαλοπούλα turkey

γάμος

wedding

γάτα

cat

γδύνω / γδύσω / έγδυσα  undress

γελάω / να γελάσω / γέλασα

laugh 

γενέθλια, τα

birthday (always plural)

γερνάω / να γεράσω / γέρασα

grow old

γεύση

taste

για

for, to, about; για να = to, so as to, so that

γιαγιά / γιαγιάδες

grandmother

γιατρός / γιατροί

doctor

γίνομαι / να γίνω / έγινα

be, become, turn, go, make, be done, take place, happen

γιορτάζω / να γιορτάσω / γιόρτασα

celebrate

γιος / γιοι

son

γκαρσόν(ι)

waiter

γλεντάω / να γλεντήσω / γλέντησα

have a good time

γλώσσα language, tongue

γνωρίζω / να γνωρίσω / γνώρισα

know, be acquainted with

γονείς

parents

γραβάτα

tie

γράμμα / γράμματα

letter

γράφω / να γράψω / έγραψα

write

γρήγορα

quickly

γυναίκα / γυναίκες

woman or wife

γυρίζω / να γυρίσω / γύρισα

return, come back

γύρω

about.  γύρω από = around

 

     THELTA     

δαγκώνω / να δαγκώσω / δάγκωσα

bite

δάσκαλος, δασκάλα

teacher

Δεκέμβριος December
δέντρο tree
δερμάτινος / δερμάτινη / δερμάτινο leather: δερμάτινα είδη - leather goods
δεύτερος second

διαβάζω / να διαβάσω / διάβασα

read

διακοπές

holidays

διασχίζω / να διασχίσω / διά(έ)σχισα

cross (e.g. cross the road) 

διαβατήριο / διαβατήρια   

passport

διαμέρισμα / διαμερίσματα flat, apartment

διευθυντής / διευθυντές

manager, boss

δίνω / να δώσω / έδωσα

give

δίπλα σε

next to

διψάω / να διψάσω / δίψασα

thirst

δοκιμάζω / να δοκιμάσω / δοκίμασα

try out, test

δουλειά / δουλειές

work, job

δουλεύω / να δουλέψω / δούλεψα

work

δρόμος / δρόμοι

road, way: στο δρόμο = on the way

δύο

two

δωμάτιο / δωμάτια

room

δώρο / δώρα

present, gift

 

     EPSILON     

εβδομάδα week

εδώ

here

εικόνα / εικόνες

picture, image, portrait

είκοσι

twenty

είμαι / να είμαι / ήμουνα

be

εκεί

there

εκδρομή

excursion, trip

εκείνοι / εκείνες

those

εκείνος / εκείνη

that

εκκλησία / εκκλησίες

church

εκτελώ / να εκτελέσω / εκτέλεσα   carry out, execute
ελέγχω / να ελέγξω / έλεγξα check, monitor
ελεύθερος / ελεύθερη 1 free (as in freedom), 2 single (unmarried)

ελπίζω / να ελπίσω / έ(ή)λπισα

hope

Ελλάδα, Eλλάς

Greece

Έλληνας / Έλληνες

Greek (man), Greeks = Έλληνες

ελληνικά, τα

Greek (language)

Ελληνικός / Ελληνική / Ελληνικό

Greek

ενδιαφέρον interest
ενοικιάζω  see νοικιάζω

έντομο

insect

εξέταση / εξετάσεις examination

εξήγηση / εξηγήσεις

explanation

εξηγώ / εξηγήσω / εξήγησα explain

έξω (από)

out, outside

επισκέπτης / επισκέπτες

visitor

επισκευή / επισκευές  repair
επιτρέπω / να επιτρέψω / επέτρεψα allow

εποχή

season, period, day, era

εργάζομαι / να εργαστώ / εργάστηκα

work

εργασία job, work
έργο work

ερμάρι / ερμάρια

cupboard

έρχομαι / να έρθω / ήρθα

come

ερώτηση

question

εστιατόριο restaurant

εταιρεία

firm, business

ετοιμάζω / ετοιμάσω / ετοίμασα prepare, get ready

έτσι

so, thus, like this, in this manner

ευχαριστώ

thank you (I thank)

εφημερίδα / εφημερίδες

newspaper

έχω / έχω / είχα

have  NB έχει = there is / are

 

     ZITA     

ζάχαρη

sugar

ζαχαροπλαστείο cake shop
ζεστός warm, hot

ζητάω / να ζητήσω / ζήτησα

ask for, look for, seek, claim, demand, request, want

ζω / να ζήσω / έζησα

live,exist

ζωή / ζωές

life

ζώο / ζώα

animal

 

     ITA     

ήλιος

sun

ή

or, either: ή αυτόν ή εμένα = either him or me

 

   THITA     

θέα / θέες

view , scene

θεία / θείες

aunt

θέλω / θα ήθελα / θέλησα

want / would like / wanted

θέμα / θέματα/ του θέματος

topic, subject

θέση / θέσεις

seat, place

θυμάμαι ή θυμούμαι / θυμηθώ / θυμήθηκα remember
θήρα hunting

 

     YOTA    

ιδέα / ιδέες   

idea

ιδιωτικός private
ιστορία / ιστορίες history, story, tale

 

     KAPA     

καθαρίζω / να καθαρίσω / καθάρισα

clean

κάθε

every, κάθε μέρα = every day

κάθομαι/ να καθίσω / κάθισα

sit

καινούρ(γ)ιος / καινούρια / καινούριο

new

καιρός

weather, time

κακός

bad

καλάθι / καλάθια

basket

καλά

good, well

καλός

good, kind

καλύτερος

better

κανένας / κανείς / καμιά / κανένα anyone, no one, nobody, anybody, someone, any (see lesson 28)

κάνω / να κάνω / έκανα

do, make, cost

καπέλ(λ)ο / καπέλ(λ)α

hat

καπνίζω / να καπνίσω / κάπνισα

smoke

κάπνισμα

smoking

κάποιος / κάποια / κάποιο somebody, someone, a certain, some (see lesson 29)

καρέκλα / καρέκλες

chair

καρότο / καρότα

carrot

κάρτα / κάρτες   

card, postcard

καταλαβαίνω / να καταλάβω / κατάλαβα

understand

κατάλογος list, menu
κατάστημα / καταστήματα store

κατεβαίνω / να κατεβώ / κατέβηκα

go up, descend

κάτι something (see lesson 28)

κάτω από

below, under

καφές / καφέδες

coffee

κέντρο / κέντρα

centre

κήπος / κήποι

garden

κίτρινος

yellow

κλαίω / να κλάψω / έκλαψα

cry

κλειδί / κλειδιά

key

κλείνω / να κλείσω / έκλεισα

close

κλιματίζω       air condition
κοιμάμαι ή κοιμούμαι / να κοιμηθώ / κοιμήθηκα sleep

κοιτάζω / να κοιτάξω / κοίταξα

look

κόκκινος

red

κολυμπάω / κολυμπήσω / κολύμπησα

swim

κόμικ comic (paper)

κονσέρτο

concert

κοντά σε

near to

κοντός

short

κόρη / κόρες

daughter

κορίτσι / κορίτσια

girl

κόσμος

world, people, ο κόσμος = the people, used in the singular. πολύς κόσμος = many people   

κοστίζω / να κοστίσω / κόστισα

cost

κουζίνα / κουζίνες

kitchen

κουνούπι mosquito

κουτί / κουτιά

box, case, tin, can

κρασί / κρασιά

wine

κρεοπωλείο butcher's (shop)

Κρήτη

Crete

κτίζω / να κτίσω / έκτισα build

κυρία / κυρίες

Mrs, lady, madam. κυρία μου = madam

Κυριακή Sunday

κύριος / κύριοι

Mr, gentleman, sir. Dative – κύριε

 

     LAMTHA     

λάθος / λάθη

mistake

λάμπα / λάμπες

lamp

λατινικός  latin

λεωφορείο

bus

λεπτό

minute, cent

λεπτός 

slim

λέω / να πω / είπα

say, tell, call; 

με λένε = my name is (they call me)

λίγο

a little

λίγος

a little (s), a few (p)

λιγότερος

less

λογαριασμός

bill

Λονδίνο  

London  

λούζω bathe
λόφος hill
λυπάμαι ή λυπούμαι / να λυπηθώ / λυπήθηκα  regret, I am sorry (for), feel sorry (for)

 

     MI     

μαγαζί / μαγαζιά

shop

μάγειρας / μάγειρες

cook

μακριά από

far from

μαλλιά, τα

hair

μαγειρεύω / να μαγειρέψω / μαγείρεψα

cook

μαζί

together, with. μαζί μου = with me

μαθήματα, τα

homework

μακρύς / μακριά / μακρύ

long

μαμά / μαμάδες

mama

μαντάμ madam

μάτι / μάτια

eye

ματιά look, glance, peek. Take a look = ρίχνω μια ματιά

ματς / ματς

match (e.g. football)

μαύρος 

black

μεγάλος

big, large. NB πιο μεγάλος = older

μεγαλύτερος

bigger, older

μέλλον

future

μενού menu

μένω / να μείνω / έμεινα

stay, live

μερικός / μερική / μερικό   some, any, a few, a little

μέσα σε

inside

μετά

after

μήνας/μήνες

month

μητέρα / μητέρες

mother

μηχανή / μηχανές

camera

μικρός

small, little

μιλάω / να μιλήσω / μίλησα

speak

μισθός salary
μολύβι / μολύβια pencil

μόνο

only

μουσακάς / μουσακάδες

mousaka

μουσείο/μουσεία

museum

μπαίνω / να μπω / μπήκα

enter, go in

μπάνιο

swim

μπροστά σε

in front of

μπορώ / να μπορέσω / μπόρεσα

I am able, I can.

μπουκάλι / μπουκάλια bottle

μπύρα / μπύρες

beer

μυστικό / μυστικά secret

μωρό

baby

 

     NI     

νάτος / νάτη / νάτο

there he / she / it is

νέα

news –the news. always plural

νέος, νέα

new, new

νερό

water

νησί / νησιά

island

νοικιάζω ή ενοικιάζω / να νοικιάσω / νοίκιασα 

let out, hire out (if you are the owner)

rent, hire (if you are the tenant, hirer, renter) ΝΒ ενοικιάζεται - for rent

νομίζω / να νομίσω / νόμισα

think

νοσοκομείο hospital

νόστιμος

tasty

ντύνω / ντύσω / έντυσα  dress

νωρίς

early

 

     KSI     

ξεκινάω / να ξεκινήσω / ξεκίνησα

set off

ξενοδοχείο hotel
ξένος foreigner, stranger, guest

ξέρω / να ξέρω / ήξερα

know / be acquainted with

ξεχνάω / να ξεχάσω / ξέχασα

forget

ξυρίζω / ξυρίσω / ξύρισα shave

 

     OMIKRON     

οδηγώ / να οδηγήσω / οδήγησα

drive (like μπορώ in present tense)

οδοντοϊατρείο dentist's, dental surgery

όλος / όλη / όλο

all, everybody

όμορφος 

beautiful, good - looking

ομπρέλ(λ)α / ομπρέλ(λ)ες

umbrella

όνομα / ονόματα

name

ονομάζομαι / ονομαστώ / ονομάστηκα

I am named i.e. my name is, I call myself

οξυγόνο oxygen

οποίος / οποία / οποίο

who, which, that (see lesson 26)

όροφος floor (in a multi-storey building)

ουρανός / ουρανοί

sky

όταν

when

ότι that
ό,τι what, whatever, all

ούζο

ouzo, drink made from aniseed which turns white when water is added

ουρά

queue, tailback

οφείλω / να   owe

 

     PI     

παιδί / παιδιά

child

παίζω / να παίξω / έπαιξα

play

παίρνω / να πάρω / πήρα

take, get

πακέτο / πακέτα

packet

πανεπιστήμιο

university

πάντα / πάντοτε always

πάνω από

above

πάνω σε

on

παππούς / παππούδες

grandfather

παράγω  produce
παράθυρο window

παρακαλώ / παρακαλέσω / παρακάλεσα

please, I beg, plead.

παρακολουθώ / να παρακολουθήσω / παρακολούθησα  monitor, observe, watch

παραλία / παραλίες

beach

παρασκευάζω / παρασκευάσω / παρασκεύασα prepare (esp. food)

παρκάρω / να παρκάρω / πάρκαρα

park

πάρτι / πάρτι

party

πατάτα / πατάτες potato

πατέρας / πατέρες

father

πάω / να πάω / πήγα  

go  

πεινάω / να πεινάσω / πείνασα

be hungry, I am hungry

πένα / πένες

pen

περασμένος last, bygone, old, past
περιλαμβάνω / να περιλάβω / να περίλαβα include, cover

περιμένω / να περιμένω / περίμενα 

wait (for), expect

περίπατος / περίπατοι  

walk  

περίπτερο kiosk

περισσότερος –η -ο

more

περνάω / να περάσω / πέρασα

pass, spend, θα περάσεις καλά = you will have a good time

πηγαίνω / να πηγαίνω / πήγα

go  

πιάτo plate, dish

πίνω / να πιω / ήπια

drink

πιο

more, most.

πιστεύω / να πιστέψω / πίστεψα

believe

πίσω από

behind

πλατεία / πλατείες  

square  

πλένω / να πλύνω / έπλυνα wash

πληρώνω / να πληρώσω / πλήρωσα

pay

πλοίο ship, ferry
πλούσιος / πλούσια

rich

ποδόσφαιρο

football (game)

πόδι / πόδια foot, leg (below the knee)
ποιότητα quality

ποιος; ποια; ποιο;

who? what? which? (see lesson 25)

ποιανού;

whose?

πόλη / πόλεις city, town

πολύ

very: πάρα πολύ = very, too much (see

lesson 17)

πολύς / πολλή / πολύ (see lessons)

much, many, a lot

πονάω / να πονέσω / πόνεσα

be in pain, Ι am in pain

πόρτα / πόρτες

door

ποταμός ή ποτάμι river

πότε

when

ποτίζω / να ποτίσω / πότισα water (the garden)

που

who, which, whose, that. (see lesson 26)

πού where

πουκάμισο / πουκάμισα

shirt

πουλί / πουλιά

bird

πουλάω ή πουλώ  / να πουλήσω / πούλησα sell (see also πωλώ)

πράσινος

green

πρέπει να / έπρεπε να

it is necessary that / it was necessary that (see Lesson 11.2)

πρόεδρος

president

προϊόν / προϊόντα

product

προσεκτικά

carefully

προσπαθώ / να προσπαθήσω / προσπάθησα

try, attempt (like μπορώ in present tense)

προστατεύω / να προστατέψω / προστάτεψα protect

προτιμάω / να προτιμήσω / προτίμησα

prefer

πρωί / πρωινά

morning

πωλήτρια saleswoman
πωλώ / πωλήσω / πώλησε sell NB πωλείται = for sale

πως

that

πώς

how, what. πώς σε λένε; = what is your name?

 

     RO     

ραντάρ  radar

ρετσίνα

resinated wine

ρίχνω throw, cast

ρούχα

clothes

ρωτάω / να ρωτήσω / ρώτησα

ask (about), inquire after, query, question

 

     SIGMA     

Σάββατο Saturday
σαλάτα salad
σελίδα / σελίδες page
σερβίρω / να σερβίρω /  σερβίρισα  serve (at a table)

σηκώνομαι

I get up

σήμερα

today

σκύλος / σκύλοι

dog

σκάλα

ladder, stair, staircase  NB stairs = σκάλες

σκληρά

hard

σκοτάδι dark, darkness
σπάνια rarely

σπίτι / σπίτια

house

σπουδάζω / να σπουδάσω / σπούδασα

study

σταθμός / σταθμοί

station

σταματάω / σταματήσω / σταμάτησα

stop

σταφύλι / σταφύλια  grape

στέκομαι    

stand

στέλνω / να στείλω / έστειλα

send

στρίβω / να στρίψω / έστριψα

turn

σηκώνω / να σηκώσω / σήκωσα  raise, σηκώνομαι - raise oneself, get up

συμφωνώ / να συμφωνήσω / συμφώνησα

agree

συνεχίζω / να συνεχίσω / συνέχισα continue

συνηθίζω / να συνηθίσω / συνήθισα

get used to

σύννεφο / σύννεφα

cloud

σύντομα soon, shortly
συσκευάζω / να συσκευάσω / συσκεύασα pack
σύστημα system

συστήνω / να συστήσω / σύστησα

introduce

συχνά

often

σχέδιο / σχέδια

plan   

σχολείο

school

 

     TAF     

ταβέρνα / ταβέρνες

tavern

ταινία / ταινίες  film
ταξιδεύω / να ταξιδέψω / ταξίδεψα travel
ταχύτητα speed

τηλεόραση / τηλεοράσεις

television

τηλεόραση κλειστού κυκλώματος closed-circuit television

τηλέφωνο / τηλέφωνα

telephone

τηλεφωνώ / να τηλεφωνήσω / τηλεφώνησα

telephone

τι;

what?

τιμή / τιμές

price

τίνος;

whose?

τίποτα

nothing, anything (see lesson 28)

τοίχος wall

τουαλέτ(τ)α

toilet

τραγουδάω / να τραγουδήσω / τραγούδησα

sing

τραίνο / τραίνα

train

τράπεζα / τράπεζες

bank

τραπέζι / τραπέζια

table

τρελός

crazy

τρώω / να φάω / έφαγα

eat

τσάϊ / τσάϊα ή τσάγια

tea

τσάντα / τσάντες

bag

τσέπη / τσέπες

pocket

τσιγάρο / τσιγάρα

cigarette

τώρα

now

 

    IPSILON     

υδρoγόνο hydrogen
υπάλληλος employee
υπάρχει pl υπάρχουν / να υπάρξει / υπήρξε it is, it exists / they are, they exist

ύπνος

sleep

       FI     

φαγητό / φαγητά

food

φαίνομαι / να φανώ / φάνηκα seem, appear

φάκελ(λ)ος / φάκελ(λ)οι

envelope

φέρνω / να φέρω / έφερα

bring

φεύγω / να φύγω / έφυγα

leave

φίδι / φίδια

snake

φιλάω / να φιλήσω / φίλησα

kiss

φίλη / φίλες

friend

φίλος / φίλοι

friend

φοβάμαι ή φοβούμαι / να φοβηθώ / φοβήθηκα  fear, be afraid of
φόρος tax

φοράω / να φορέσω / φόρεσα

wear

φούρνος / φούρνοι

oven

φροντίζω / να φροντίσω / φρόντισα

look after, care for

φτάνω / να φτάσω / έφτασα

arrive

φτηνός cheap
φτωχός poor

φυτό

plant

φως / φώτα

light

φωτογραφία / φωτογραφίες

photograph

φωτογραφικός / φωτογραφική / φωτογραφικό photographic

 

     KHI    

χάνω / να χάσω / έχασα

lose

χαρτζιλίκι pocket money
χαρτί paper, card

χειμώνας

winter

χειρότερος / χειρότερα

worse

χέρι / χέρια

hand

χοντρός

stout, fat

χορεύω / να χορέψω / χόρεψα

dance

χρήματα

money (plural only)

χριστιανός christian
Χριστούγεννα, τα Christmas, NB at Christmas = τα Xριστούγεννα

χρώμα / χρώματα

colour

χταπόδι octopus
χτενίζω comb

χώρα

country

χωριό

village

χώρος site, place

 

     PSI     

ψαράς / ψαράδες

fisherman

ψαρεύω / να ψαρέψω / ψάρεψα

fish

ψέμα / ψέματα

lie

ψηλός

tall, high

ψωμί  / ψωμιά

bread

 

     OMEGA     

ώρα / ώρες

hour

ωραίος / ωραία

nice, beautiful,